Σε περίπτωση που δεν παίζει ο player παρακαλώ πιέστε play

ΖΩΗ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗ- ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΔΕΝ ΤΗΝ ΘΕΛΕΙ ΟΥΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ.....

Share it:
΄΄Για μένα ο πιο αχάριστος άνθρωπος που γνώρισα είναι η Νανά Μούσχουρη, γιατί ό,τι είναι τώρα, ό,τι έγινε, το οφείλει σε μένα. Με παρακολουθούσε, έπαιρνε τους δασκάλους μου και σιγά σιγά αναρριχήθηκε΄'.Εγώ την ανακάλυψα σε μια παράσταση ανάμεσα στο κοινό και την ανέβασα στη σκηνή. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία.

Επειδή δεν ήξερε καμία ξένη γλώσσα και οι θεατές στο κέντρο που τραγουδούσε τότε, το Τζάκι, ήθελαν διεθνές ρεπερτόριο, ερχόταν σπίτι μου, που ήμασταν από τα πρώτα σπίτια με πικ-απ στην Αθήνα, της έγραφα τους γαλλικούς στίχους στα ελληνικά και της τους μάθαινα. Τη βοήθησα πάρα πολύ, ακόμη και στις γνωριμίες που είχα.

Όταν κέρδισε στο φεστιβάλ τραγουδιού της Βαρκελώνης το ’60 τη ρώτησαν για μένα. Και εκείνη είπε: «Δεν τη θυμάμαι. Αν ήταν καλή τραγουδίστρια θα τη θυμόμουν». Το θεώρησα τρομερή αχαριστία».

Γεννήθηκε το 1937. Σπίτι μεγαλοαστικό, ανοιχτό, καλλιτεχνικό. Οταν τα παιδιά έπαιζαν εκείνη τραγουδούσε. Μοναχοπαίδι, έμαθε να μιλάει τέσσερις γλώσσες, να μιμείται τις κυρίες της τζαζ, να χορεύει, να κάνει χάζι στις οικογενειακές γιορτές. Παιδί ακόμη ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο με τον Μίμη Πλέσσα. Αργότερα πηγαίνει στη δραματική σχολή του Μιχαηλίδη, γίνεται η πρώτη τραγουδίστρια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, βραβεύεται σε φεστιβάλ του εξωτερικού, εμφανίζεται σε ελληνικές ταινίες της εποχής, ώσπου τη χτύπησε ο έρωτας. .Τζένη Βάνου... στα κρυφά......

Στα 25 της, όταν παντρεύτηκε, το τραγούδι έγινε παρελθόν. «Ηταν ένας ατυχής γάμος που κρατήθηκε με τα δόντια. Ο σύζυγός μου δεν ήθελε να έχω επαφή με το τραγούδι ούτε με τους παλιούς φίλους. Ο Πλέσσας ήταν απαγορευμένος, το ίδιο και η Τζένη Βάνου, με την οποία βλεπόμασταν κρυφά σαν εραστές». Εζησε άνετη ζωή που όμως δεν της έλειπε – άλλωστε «στα πούπουλα μεγάλωσα». «Ημουν ανασφαλής. Θυμάμαι στη Βραζιλία, στο φεστιβάλ που πήγαμε με τον Κώστα Καπνίση, ο Χένρι Μαντσίνι μου έδωσε δύο εισιτήρια: Αυτό είναι για την Καλιφόρνια, να έρθεις μαζί μου και το άλλο για να γυρίσεις σπίτι σου, αλλά τότε ξέχνα το τραγούδι». Διάλεξε το σπίτι, μεγάλωσε τις κόρες της, αλλά βίωσε, όπως λέει, και δυσάρεστες καταστάσεις.

Χώρισε στα 52. «Εφυγα από το σπίτι. Ο Πλέσσας πάντα πατέρας και αδελφός με βοήθησε πάλι. Μου είπε: «Η Λουκίλα (Καρέρ) έχει στο Κανάλι 1 του Πειραιά εκπομπή, θέλεις να την κάνετε μαζί;». Ετσι ξαναστάθηκα.

Επειτα, το 1989 μου πρότειναν στον 9,84 να συνεργαστώ με τον Γιώργο Λούκα στο «Παλιό ραδιόφωνο», για να θυμηθούμε τα παλιά. Βλέπετε, στον καλλιτεχνικό χώρο είμαι από τριών ετών. Οταν πέθανε ο Λούκας, ο Ζαν Μεναχέμ που είχε το ξένο ρεπερτόριο στον σταθμό με συμβούλεψε να αναλάβω το ελληνικό και δεν ξέρω πώς, εξελίχτηκα στην πρώτη ραδιοφωνικού «σκυλού». Δεν είχα δίσκους, αγόραζα από το Μοναστηράκι ό,τι μπορούσα. Ακροατές μου ήταν όσοι εργάζονταν τη νύχτα. Θυμάμαι οι εργαζόμενοι στο Δρομοκαΐτειο τηλεφωνούσαν ζητώντας να παίξω το τάδε τραγούδι για να ησυχάσουν. Επειτα ξαναγύρισα στα ξένα. Τώρα, πού και πού βάζω κανένα ελληνικό. Δεν παίζω λίστες. Κουβαλάω μαζί μου 30 cd και 10 βινύλια. Προετοιμάζω το θέμα μου καθ’ οδόν και παίζω αυτά που θέλω και διηγούμαι βιώματα, σαν να είμαι στο σαλόνι με φίλους τα μεσάνυχτα».

«Στο τραγούδι κατέβασα ρολά»· ισχυρίζεται πως δεν της λείπει. «Οπως λέει η Μαρινέλλα, εμείς ντυνόμασταν για να τραγουδήσουμε, τώρα γδύνονται. Δεν έχω τα προσόντα. Η φωνή μου δεν έχει πάθει τίποτα, όμως εμφανισιακά δεν είμαι ίδια. Ηταν ένας που με έπαιρνε συνέχεια στον σταθμό όταν έκανα ζωντανή εκπομπή. “Θα ’ρθω να σε βρω”, έλεγε. Ενα βράδυ, μου λέει ο φύλακας: “Κουρουκλάκι, κάποιος σε ζητάει”. Ασ’ το πάνω μου. Βγήκα καμπουριάζοντας, άλλαξα τη φωνή και του είπα: “Η κυρία Κουρούκλη έφυγε από την άλλη πόρτα”. Γιατί να του χαλάσω την εικόνα. Δεν είμαι ίδια. Γυναικεία κοκεταρία. Ωραία γυναίκα δεν υπήρξα ποτέ, η ξαδέλφη μου η Ζωή Λάσκαρη ήταν η ωραία». .
Στη ζωή της ταιριάζει, λέει, το τραγούδι του Κώστα Ξενάκη: «Τι με κρατάει/ χρόνος περνάει,/ νιάτα χαμένα/ μια αγάπη λάθος/ θαμμένο πάθος/ φτερά σπασμένα». Μόνο τα ταξίδια νοσταλγεί. «Να ξαναδώ, στον Κορκοβάντο, το άγαλμα του Χριστού που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο. Στα 78 μου δεν μπορώ να ταξιδέψω. Αφήστε με να ονειρεύομαι...» .
Απολυμένη, καρκινοπαθής, με σύνταξη 618 ευρώ...

“Τι να πει κανείς...”. Αυτή είναι η κατάλληλη πρόταση για να ξεκινήσει κανείς την περιγραφή των δύσκολων στιγμών που βίωσε η Ζωή Κουρούκλη τα δύο τελευταία χρόνια. Είναι σχεδόν πριν από ένα χρόνο όταν χάνει τη δουλειά της σε ραδιοφωνικό σταθμό και αναγκάζεται να ζει με τα 618 ευρώ της σύνταξης. Η ψυχολογία της Ζωής καταρρέει, μαζί και η υγεία της. .
Share it:

ΠΡΟΣΩΠΑ

Post A Comment:

0 comments: